Σύμφωνα με το θρύλο, το τσάι ανακαλύφθηκε από τον Κινέζο αυτοκράτορα Σεν Νούνγκ το 2737 π.Χ. Μία καλοκαιρινή ημέρα αποφάσισε να επισκεφθεί μια μακρινή γωνιά της αυτοκρατορίας του. Κάποια στιγμή διέταξε την ακολουθία του να σταματήσει και οι υπηρέτες ξεκίνησαν να βράζουν νερό για να πιούν οι διψασμένοι ταξιδιώτες. Ο αυτοκράτορας πίστευε ότι το νερό έπρεπε να βράζεται πριν από την πόση για λόγους υγιεινής. Την ώρα όμως, που έβραζε το νερό, ένα ρεύμα παρέσυρε φύλλα από κάποιο γειτονικό θάμνο και αυτά κατέληξαν στο ξεσκέπαστο τσουκάλι. Πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, τα φύλλα άρχισαν να βράζουν και να χρωματίζει το νερό. Ο Σεν Νούνγκ μύρισε το γλυκό άρωμα του μίγματος και τη στιγμή που το δοκίμασε ανακάλυψε τις αναζωογονητικές του ιδιότητες. Για χιλιετίες το τσάι το χρησιμοποιούσαν κυρίως ως φάρμακο. Καθημερινό ρόφημα έγινε γύρω στον 3ο αιώνα μ.Χ., οπότε άρχισε η καλλιέργεια και η παραγωγή του. Στην Ευρώπη έφτασε το 1610, από τους Πορτογάλους, που το μετέφεραν  για λογαριασμό των Ολλανδών. Λίγο αργότερα, οι Ολλανδοί ξεκίνησαν με δικά τους μέσα τη μαζική εισαγωγή τσαγιού, δημιουργώντας μια νέα μόδα, με φανατικούς, αλλά λίγους οπαδούς. Και αυτό, διότι τα πρώτα χρόνια το τσάι ήταν πανάκριβο. Μόλις το 1675 η τιμή του έπεσε σε λογικά πλαίσια, κι έτσι από την Ολλανδία πέρασε στη Γαλλία και από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι Βρετανοί, που σήμερα αποτελούν τους πιο φανατικούς οπαδούς του ροφήματος, ήταν ίσως οι τελευταίοι που το γνώρισαν. Το δοκίμασαν μόλις το 1839, όταν το πρώτο φορτίο τσαγιού έφτασε στο Λονδίνο από τις αγγλικές αποικίες στην Ινδία.